
Δε θ’ αναφερθώ εδώ στις περιπέτειες της αποστολής.
Από το νότο οι Κούρδοι πετάλωναν όσους Έλληνες έπιαναν, κι από το βορρά οι μπολσεβίκοι κατέβαιναν με τη φωτιά και με τσεκούρι∙ και στη μέση οι Έλληνες του Μπατούμ, του Σοχούμ, της Τιφλίδας, του Καρς, κι όλο και στένευε γύρα από το λαιμό τους η θελιά, και περίμεναν, γυμνοί, πεινασμένοι, άρρωστοι, το θάνατο. Το Κράτος πάλι από τη μια μεριά, η Βία από την άλλη∙ οι αιώνιοι σύμμαχοι.
Ύστερα από δύο βδομάδες έφευγα από τον Καύκασο.
Το βαπόρι ήταν γεμάτο ψυχές, που ξεριζώθηκαν από τα χώματά τους και πήγαινα να τις μεταφυτεύσω στην Ελλάδα. Άνθρωποι, αλόγατα, βόδια, σκάφες, κούνιες, στρώματα, άγια κονίσματα, Βαγγέλια, τσάπες κι αξίνες, έφευγαν τους μπολσεβίκους και τους Κούρδους και δρόμωναν κατά τη λέφτερη Ελλάδα.
Η Μαύρη Θάλασσα κυμάτιζε αλαφριά, σκούρα λουλακιά, και μύριζε σαν καρπούζι∙ ζερβά μας τ’ ακρόγιαλο και τα βουνά του Πόντου, μια φορά κι έναν καιρό δικά μας, δεξά αστραφτερό, απέραντο το πέλαγο. Ο Καύκασος είχε σβήσει μέσα στο φως, μα οι γέροι, με τη ράχη γυρισμένη, κάθουνταν στην πρύμνα και δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν τα μάτια τους από το αγαπημένο ουρανοθάλασσο∙ ο Καύκασος είχε χαθεί, φάντασμα ήταν και σκόρπισε, μα απόμεινε ασάλευτος, αβασίλευτος βαθιά στις λαμπυρήθρες των ματιών τους. Δύσκολο, δύσκολο πολύ η ψυχή να ξεκολλήσει από την πατρίδα∙ βουνά, θάλασσες, αγαπημένοι άνθρωποι, φτωχό αγαπημένο σπιτάκι, ένα χταπόδι είναι η ψυχή κι όλα ετούτα απλοκαμοί της.
Κάθουμουν στην πλώρα, σε μια κουλούρα σκοινιά, και γύρα μου συνάχτηκαν γυναίκες κι άντρες, άλλοι από το Καρς, άλλοι από το Σοχούμ, κι άλλοι κατατρεγμένοι από το Ταϊγάνι. Ο πόνος τους δεν είχε τελειωμό∙ καθένας βιάζουνταν να τον πει όλο, ν’ αλαφρώνει. Άκουγα και καμάρωνα κρυφά την αντοχή της ρωμέικης ράτσας∙ γιατί εκεί που μοιρολογούσαν τους εδικούς που χάθηκαν και τα σπίτια τους που κάηκαν και την πείνα και τις τρομάρες που τράβηξαν, άξαφνα ένας πετούσε ένα χοντρό χωρατό κι όλη η συφορά αφανίζουνταν και σηκώνουνταν πάλι αψηλά τα κεφάλια. Την ώρα που μια νέα γυναίκα στρουμπουλή θρηνούσε τον άντρα της που σκοτώθηκε, ένας άντρακλας, με καραμπογιά κρεμαστά μουστάκια, άπλωσε τη χερούκλα του, την άγγιξε στον ώμο:
— Μην κλαις μωρή Μαριορίτσα, της είπε, και δυο μονάχα ν’ απομείνουμε στον κόσμο, εγώ κι εσύ, να πούμε, θα ξαναγεμίσει το ελληνικό χώμα παιδιά!

